Ποιοτική σοδειά µε µειωµένες, όµως, έως και 10% από πέρυσι, τις στρεµµατικές αποδόσεις, δείχνουν τα πρώτα «µαχαίρια» στο αλώνι του ελληνικού ρυζιού. Μάλιστα, παρότι είναι ακόµη νωρίς για να βγουν ασφαλή συµπεράσµατα για τις τιµές, υπάρχουν σηµάδια στο εγχώριο και στο διεθνές περιβάλλον ότι διαµορφώνονται συνθήκες ικανές να τις «σπρώξουν» φέτος σε υψηλότερα επίπεδα, από εκείνα της απογοητευτικής εµπορικής σεζόν του 2016-2017, όταν µεσοσταθµικά στα χέρια του παραγωγού έµειναν γύρω στα 24-26 λεπτά.
Οι αλωνιστικές µηχανές έχουν µπει στα χωράφια εδώ και περίπου δύο εβδοµάδες, αρχικά από Αλεξάνδρεια, Χαλκηδόνα, Άδενδρο και Γιαννιτσά, ενώ από την ερχόµενη ∆ευτέρα η συγκοµιδή θα αρχίσει σε όλο τον κάµπο της δυτικής Θεσσαλονίκης και των όµορων νοµών, όπου βρίσκεται ο βασικός «πυρήνας» της καλλιέργειας µε 240-250.000 στρέµµατα, σε σύνολο 300.000 στρεµµάτων, σε όλη τη χώρα.

«Μέχρι στιγµής έχει αλωνιστεί περίπου το 10% της παραγωγής κι από ό,τι βλέπουµε η σοδειά ποιοτικά είναι πάρα πολύ καλή. Ποσοτικά όµως, παρατηρείται µείωση των αποδόσεων, της τάξης των περίπου 100 κιλών ανά στρέµµα, µε αποτέλεσµα το στήσιµο να διαµορφώνεται στα 800-850 κιλά το στρέµµα, από 900-950 κιλά, αντίστοιχα πέρυσι», τονίζει ο πρόεδρος του συνεταιρισµού Α’ της Χαλάστρας Λεωνίδας Κουιµτζής.

Σηµειώνει δε, πως και φέτος στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης κυρίαρχη κατηγορία είναι τα µεσόσπερµα ρύζια τύπου «Japonica», τα οποία µαζί µε τις Καρολίνες αντιπροσωπεύουν γύρω στο 60%-70% των συνολικών εκτάσεων που έχουν καλλιεργηθεί, ενώ τα υπόλοιπα είναι µακρύσπερµες ποικιλίες ρυζιών τύπου «Indica».
Χαµηλότερες στρεµµατικές αποδόσεις έως 10% από πέρυσι, διακρίνει στο αλώνι των πρώιµων ρυζιών και ο Αχιλλέας Καµπούρης από το συνεταιρισµό Β’ της Χαλάστρας, ο οποίος αποδίδει τη µείωση της φετινής παραγωγής στις καιρικές συνθήκες και, εν µέρει, και σε κάποιες ασθένειες, αλλά όχι µόνο.
«Έως ένα βαθµό τα χωράφια επηρεάστηκαν από τους παρατεταµένους καύσωνες που είχαµε στη διάρκεια του καλοκαιριού. Είδαµε ορισµένα στάχυα να είναι καµένα και σίγουρα αυτό έπαιξε ρόλο», αναφέρει ο κ. Καµπούρης, προσθέτοντας πως µικρότερη επιρροή είχε και η ασθένεια «περικουλάρια» που έπληξε κάποια χωράφια, ενώ δεν αποκλείεται να επέδρασε µε κάποιον τρόπο και η µη χρήση του σκευάσµατος «ΒΕΑΜ», από τους Έλληνες παραγωγούς, αφού από φέτος το προϊόν αποσύρθηκε από ολόκληρη την Ευρώπη.

Η ρευστότητα πιέζει µύλους και παραγωγούς
«Κάποιοι ορυζόµυλοι δεν έχουν ανοίξει ακόµη, ίσως γιατί δεν έχουν εξασφαλίσει µέχρι στιγµής την απαραίτητη ρευστότητα. Όσοι λιγότεροι είναι τόσο πιο εύκολο γίνεται γι’ αυτούς το παιχνίδι απέναντι στους παραγωγούς, ιδίως σε όσους δεν έχουν χώρο να αποθηκεύσουν τη σοδειά τους. Γι’ αυτό θεωρώ ότι ίσως να ξεκινήσουµε από σχετικά χαµηλά επίπεδα, αλλά προοδευτικά η τιµή θα αυξάνει και στο τέλος θα είναι υψηλότερη από την περσινή», τονίζει ο κ. Καµπούρης από τον συνεταιρισµό Β’ Χαλάστρας.

 

Εμπορικό «ατού» η μη χρήση BEAM, βάσει της ευρωπαϊκής οδηγίας

Η καθολική συµµόρφωση των Ελλήνων ρυζοκαλλιεργητών µε την ευρωπαϊκή οδηγία για το συγκεκριµένο φυτοπροστατευτικό, ίσως αποδειχθεί εµπορικά «άσσος στο µανίκι» του ελληνικού ρυζιού, έναντι των αδασµολόγητων ρυζιών από τις τρίτες χώρες, που κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια τις ευρωπαϊκές αγορές και την ελληνική.

«Είναι σκεύασµα που αφήνει υπολειµµατικότητα στο προϊόν κι από τη στιγµή που πλέον εµείς δεν το χρησιµοποιούµε, σε αντίθεση µε τους παραγωγούς στην Καµπότζη, τη Μιανµάρ και τις άλλες τρίτες χώρες από όπου γίνονται οι εισαγωγές στην ΕΕ, µπορούµε αυτό να το αξιοποιήσουµε εµπορικά προβάλλοντας στις αγορές της Ευρώπης ότι το ρύζι µας είναι ποιοτικότερο κι ασφαλέστερο», τόνισε ο κ. Κουιµτζής, προβλέποντας ότι τελικά θα αυξηθεί η ζήτηση για ελληνικό ρύζι.

Το ανταγωνιστικό πλεονέκτηµα που προσδίδει ο παράγοντας µη χρήσης του «BEAM» επισηµαίνει και ο κ. Καµπούρης, υποστηρίζοντας µάλιστα ότι συνιστά σοβαρό λόγο για να αυξηθεί φέτος η τιµή στο ελληνικό ρύζι. Πέραν αυτού, ο έµπειρος συνεταιριστής εκτιµά ότι υπάρχουν κι άλλοι λόγοι οι οποίοι συγκλίνουν στην εκτίµηση ότι οι τιµές του ρυζιού, την εµπορική σεζόν 2017-2018, θα είναι καλύτερες από τις περσινές όταν κατά µέσο όρο τα µεσόσπερµα πληρώθηκαν µε 24,5 λεπτά, τα µακρύσπερµα µε 27 λεπτά και οι Καρολίνες µε 28 λεπτά .
«Είµαι πιο αισιόδοξος φέτος, διότι πρώτον, έχουν εµφανιστεί ήδη στην Ελλάδα οι πρώτοι έµποροι από την Τουρκία -σε αντίθεση µε πέρσι όταν άργησαν πάρα πολύ να κάνουν αγορές- και ελπίζω ότι πολύ σύντοµα θα κλείσουν και δουλειές. Η Αίγυπτος, επίσης, για τέταρτη συνεχή χρονιά φέτος, θα παραµείνει κλειστή, κρατώντας την παραγωγή της για την κάλυψη των αναγκών της που σηµαίνει ότι θα µειωθούν τα αποθέµατα για τις άλλες αγορές και τρίτον το αµερικανικό ρύζι «Καβαλίνα», που είναι παρόµοιο µε το δικό µας το µεσόσπερµο, βλέπω να κρατάει την τιµή του στην αγορά, χωρίς να κάνει κοιλιά και εκτιµώ ότι αυτό θα συµπαρασύρει ανοδικά και την τιµή του ελληνικού ρυζιού», εξηγεί ο κ. Καµπούρης.
Μέχρι το τέλος Οκτωβρίου η αγορά μαζεύει προϊόν χωρίς να κλείνει τιμή

∆ηµιουργία κλίµατος στις Σέρρες

Προβληµατισµένοι εµφανίζονται οι ρυζοπαραγωγοί του νοµού Σερρών, όπου καλλιεργείται σε ποσοστό 90% η ποικιλία Καρολίνα κι αυτό γιατί ενώ ακόµη δεν έχει ξεκινήσει το αλώνι, κάτι που αναµένεται αρχές Οκτωβρίου, το εµπόριο φτιάχνει κλίµα µέσω διαρροών.
«Μέσω µεσιτάδων ακούµε για 18-20 λεπτά, γιατί λέει οι έµποροι έχουν µεγάλα αποθέµατα από πέρυσι και δεν χρειάζεται να κάνουν άλλες αγορές. Πιθανότατα είναι τα γνωστά τους παιχνίδια, γιατί οι παραγωγοί ιδιαίτερα όσοι δεν έχουν αποθήκες παρακαλούν για να πουλήσουν τη σοδειά τους. Με τέτοιες τιµές πάντως δεν βγαίνουν ούτε τα έξοδα», τόνισε στην Agrenda ο Γιάννης Τουρτούρας από τον Προβατά Σερρών, προσθέτοντας πως ο ίδιος αδειάζει δύο αποθήκες που έχει µε τριφύλλι για να αποθηκεύσω την παραγωγή του και να την πουλήσει αργότερα, όταν, όπως ευελπιστεί, οι τιµές θα τον συµφέρουν.
Μια άλλη παράµετρος που δυσκολεύει τη θέση των παραγωγών, είναι, σύµφωνα µε τον παραγωγό Κυριάκο Νεραντζή, και η πίεση που ασκείται από τις προθεσµίες που θέτει η συνδεδεµένη.
«Για να πάρουµε τα 26-27 ευρώ το στρέµµα, από τη συνδεδεµένη πρέπει να έχουµε παραδώσει, µε τιµολόγιο, το αργότερο έως τέλος Φεβρουαρίου, παραγωγή που να αντιστοιχεί τουλάχιστον σε 400 κιλά το στρέµµα κι αυτό το εκµεταλλεύεται το εµπόριο», τονίζει ο παραγωγός από τη Νέα Τυρολόη Σερρών.
Με 350 στρέµµατα καλλιέργειας ρυζιού ο κ. Νεραντζής τονίζει ότι για να µείνει κάτι στον παραγωγό η Καρολίνα πρέπει να είναι στα 35 λεπτά, καθώς µόνο για φυτοπροστασία απαιτούνται 150 ευρώ το στρέµµα, 50 ευρώ το στρέµµα είναι το ενοίκιο και 17 ευρώ το πότισµα.

Πηγή: Agronews.gr